αδηλητηρίαστος

From Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search

Greek

[edit]

Adjective

[edit]

αδηλητηρίαστος (adilitiríastosm (feminine αδηλητηρίαστη, neuter αδηλητηρίαστο)

  1. unpoisoned
    Ήθελε να βεβαιωθεί ότι το φαγητό του ήταν αδηλητηρίαστο.
    Íthele na vevaiotheí óti to fagitó tou ítan adilitiríasto.
    He made sure that his food was not poisoned.
  2. (figuratively) unbitter

Declension

[edit]